ΑΡΘΡΑ

Ο Γρηγόρης Σολωμός ασχολήθηκε με τα πεδία της ιατρικής, της φυσικής, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, ευρισκόμενος σε διαρκή πνευματική κίνηση για την αναζήτηση της δημιουργικής γνώσης, της επιστημονικής τεκμηρίωσης και της παραγωγικής σύνθεσης.

Δημοσιεύτηκε: Ιουν 02 Κατηγορία: Βουλή

Εθνικό σύστημα υγείας

Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

  1. Είναι για μένα ιδιαίτερα σημαντικό, το γεγονός ότι μετά από μια πολύχρονη θητεία στον Ιατρικό συνδικαλισμό, έχω την τιμή να εισηγούμαι το σημερινό υπό ψήφιση Ν/Σ που με τόση αγωνία περίμενε και ο λαός μας και ο Ιατρικός κόσμος ιδιαίτερα.
    Το Ν/Σ λοιπόν αυτό που έχει τον τίτλο ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ, αποτελεί την απάντηση της Κυβέρνησης στην λαϊκή επιταγή για μια ριζική και θεσμική αλλαγή στο χώρο της Υγείας. Εισάγει νέους θεσμούς και καινούργιους κανόνες, που αποτελούνε την βάση της φιλοσοφίας του Ν/Σ και που θα στηρίξουνε την πραγματικά επαναστατική πολιτική της Κυβέρνησης για μια καλύτερη Υγεία στον Ελληνικό λαό.
    Η πολιτική αυτή έχοντας σαν αφετηρία την διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη του 74, εκτέθηκε με ειλικρίνεια και σαφήνεια από το ΠΑΣΟΚ προεκλογικά στην διακήρυξη της Κυβερνητικής πολιτικής και εγκρίθηκε από το λαό.
    Τιμώντας λοιπόν η Κυβέρνηση εκείνο το Συμβόλαιο με τον λαό και υλοποιώντας τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού μας όπως διατυπωθήκανε στην εθνική αντιπροσωπεία τον Νοέμβρη του ‘81, παρουσιάζει με υπερηφάνεια το συζητούμενο Ν/Σ το οποίο είμαι βέβαιος πως θα χαράξει μια καινούργια πορεία και θα οριοθετήσει μια καινούργια εποχή στον τομέα της περίθαλψης του λαού μας. Και η βουλή αυτή θα πρέπει να νιώθει υπερήφανη γιατί, από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους για πρώτη φορά συζητείται μέσα σ’ αυτή την αίθουσα ένα σύστημα Υγείας. Ένα εθνικό σύστημα Υγείας που αποτέλεσε πάγιο αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού  μας και καταξιώθηκε μέσα από πολύχρονους διεκδικητικούς αγώνες.
  2. Τόσο οι θεσμοί που εισάγονται με το Ν/Σ, όσο και οι επιλογές και οι ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται μέσα σ’ αυτό, έχουνε σαν αφετηρία και στηρίζονται πάνω σε συγκεκριμένες θεμελιακές αρχές, που αποτελούνε το ιδεολογικό μας πιστεύω και που εκφράζουνε τις διακηρυγμένες πολλές φορές θέσεις του Πανελληνίου σοσιαλιστικού κινήματος. Και οι αρχές αυτές είναι :
    1. Η υγεία του λαού είναι κοινωνικό αγαθό που δεν υπακούει στους νόμους του κέρδους, αλλά αποδίδεται στους πολίτες με κριτήριο την πραγματική ανάγκη, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση και τον τύπο διαμονής του καθένα. Και
    2. Το κράτος θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη για την παροχή των υπηρεσιών Υγείας στο σύνολο του λαού μας. Και η θέση αυτή είναι σύμφωνη και με την επιταγή του Συντάγματος (Διάταξη Συντάγματος).
      Η αποκλειστική αυτή ευθύνη του Κράτους για την Υγεία του λαού θα υλοποιηθεί μέσα από ένα ενιαίο, αποκεντρωμένο, αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικά δομημένο σύστημα Υγείας, που:
  • Θα διασφαλίζει την ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη σε κάθε διαδικασία από τον σχεδιασμό και τον προγραμματισμό μέχρι την λειτουργία και τον έλεγχο των Υπηρεσιών Υγείας.
  • Θα είναι δυναμικό και θα παρέχει την δυνατότητα της ποσοτικής και ποιοτικής βελτίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών και
  • που θα αξιοποιεί για το καλό του λαού μας τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης και τις εξελίξεις της τεχνολογίας.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο σύστημα κοινωνικοποιημένο είμαστε βέβαιοι ότι και ο Γιατρός θα βρει την θέση που του αξίζει σαν λειτουργός και ο πολίτης θα εξασφαλίσει την περίθαλψη που έχει ανάγκη και δικαιούται.

  1. Οι δυο βασικές αρχές που προανέφερα αποτελούνε τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται ολόκληρη η φιλοσοφία του Ν/Σ.
    Θεωρούμε την Υγεία σαν κοινωνικό αγαθό και πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να υπακούει στους νόμους του κέρδους γιατί η εμπορευματοποίηση της Υγείας, που απετέλεσε ένα από τα κυρίαρχα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του σημερινού συστήματος Υγείας στην χώρα μας, όσο κι’ αν δεν θέλουνε να το παραδεχτούνε μερικοί, στάθηκε κύρια υπεύθυνη:
  • Για τον ανταγωνισμό και την εκμετάλλευση που δημιουργήθηκε στον χώρο της Υγείας.
  • Για την υπερκατανάλωση Ιατρικών υπηρεσιών και φαρμάκων που έδρασε βλαπτικά και στον άρρωστο και στην οικονομία.
  • Για τον προσανατολισμό του ιατρικού δυναμικού προς τις περισσότερο κερδοφόρες διαγνωστικές και θεραπευτικές ειδικότητες, με αποτέλεσμα να αγνοηθεί η πρόληψη της αρρώστιας και η προαγωγή γενικότερα της Υγείας. Και το σπουδαιότερο
  • Γιατί με το να καταστήσει προσιτή την παροχή υπηρεσιών Υγείας και μάλιστα εκείνων που στηρίζονται στην τεχνολογία, μόνο στις οικονομικά και κοινωνικά ισχυρότερες ομάδες του λαού μας, δημιούργησε ανισότητες μπροστά στην αρρώστια και τον θάνατο.

Και η εμπορευματοποίηση αυτή υποστηρίχτηκε και προωθήθηκε άμεσα ή έμμεσα, εκούσια ή ακούσια από την βιομηχανία των ιατρικών μηχανημάτων, από τις ιδιωτικές υπηρεσίες παροχής ιατρικής περίθαλψης και από τους ίδιους τους γιατρούς που παρασυρθήκανε από την σαγηνευτική μαγεία του τεχνολογικού εξοπλισμού και την υποτιθέμενη θαυματουργική ικανότητα των φαρμάκων.
Και υποστηρίζουμε επίσης ότι το Κράτος θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη για την παροχή των υπηρεσιών Υγείας στο σύνολο του πληθυσμού, γιατί:
     α) η αυξανόμενη χρόνο με τον χρόνο ζήτηση ιατρικών υπηρεσιών περίθαλψης και κοινωνικών φροντίδων, σε συνάρτηση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος των υπηρεσιών αυτών, είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί ατομικά. Κι’ αυτή η αδυναμία είναι εντονότερη στους εργάτες, τους υπαλλήλους, τους αγρότες, τους συνταξιούχους και γενικά στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα. Και
    β) Γιατί δεχόμαστε τον κοινωνικό χαρακτήρα της αρρώστιας και του θανάτου. Είναι επιστημονικά θεμελιωμένο ότι η αρρώστια και ο θάνατος αποτελούνε συνάρτηση κοινωνικών, οικονομικών και βιολογικών παραμέτρων και έχουνε στενή και άμεση σχέση με τον οικονομικό και κοινωνικό μας περίγυρο.
Έχει δε αποδειχτεί και στατιστικά ότι η αρρώστια κι ο θάνατος π.χ. πλήττουνε σε μεγαλύτερο βαθμό τα χαμηλά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και με την έννοια αυτή η ανισότητα μπροστά στην αρρώστια και τον θάνατο εκφράζει και την κοινωνική ανισότητα. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη αυτή η αντιμετώπιση οφείλει να είναι κοινωνική και οι υπηρεσίες υγείας να προσφέρονται με ευθύνη του Κράτους μέσα από ένα Εθνικό Υγειονομικό σύστημα, που θα είναι προσιτό σε όλους.
Και είμαστε αντίθετοι με την καλλιεργούμενη από πολλούς σήμερα ιδεολογία της ατομικής ευθύνης που θεωρεί την αρρώστια και τον θάνατο εξαρτημένο από την συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής που επιλέγει κάθε άτομο. Και εδώ είναι το πρόβλημα πως τον επιλέγει:
Η άποψη αυτή αποσκοπεί να συσκοτίσει τον κοινωνικό χαρακτήρα της Υγείας και να συγκαλύψει τα αίτια και τις επιδράσεις της Υγειονομικής κρίσης, αποβλέπει δε στην αναζήτηση ατομικών λύσεων και στην εμπορευματοποίηση της προσφοράς των υγειονομικών φροντίδων.

  1. Είναι γεγονός ότι η πρόταση της Κυβέρνησης, όπως διατυπώνεται στο Ν/Σ για κοινωνικοποίηση της υγείας, που αποτελεί και την πολιτική και ιδεολογική της επιλογή, έρχεται με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος από την λήξη του εμφύλιου μέχρι σήμερα με την αδιαφορία την αναβλητικότητα και την άναρχη και απρογραμμάτιστη ανάπτυξη της περίθαλψης και της κοινωνικής ασφάλισης και μας δημιούργησε μια απόσταση κοινωνική και υγειονομική από τις άλλες χώρες που καλείται σήμερα η Κυβέρνηση της αλλαγής να την καλύψει. Και όχι μόνο αυτό, καλείται ακόμη να βγάλει τη χώρα από το υγειονομικό αδιέξοδο, να δώσει λύσεις στην Υγειονομική κρίση και να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής μέριμνας. Γιαυτό υποστηρίζουμε ότι το Ν/Σ ήτανε μια ιστορική αναγκαιότητα και το εθνικό σύστημα υγείας ο μονόδρομος που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε για να βγάλουμε την υγεία από την εξαθλίωση. Για να γίνει κατανοητή και να φωτιστούνε οι λόγοι της ιστορικής αυτής αναγκαιότητας, θα πρέπει να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη των διαφόρων υπηρεσιών Υγείας μέσα και έξω από τον Ελλαδικό χώρο και να μελετήσουμε τα θεσμικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά του σημερινού συστήματος.
  2. Η εξέλιξη των διαφόρων συστημάτων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών συνδέεται άμεσα με την πρόοδο της Ιατρικής και την ανάπτυξη της κοινωνικής ασφάλισης. Αν και ξεκινήσανε από τα μέσα του 19ου αιώνα μετά την βιομηχανική επανάσταση με την δημιουργία των πρώτων αλληλοβοηθητικών ταμείων και φορέων κοινωνικής ασφάλισης και κάτω από την πίεση των εργαζομένων και εκείνων που προσέφεραν τις υπηρεσίες της υγείας ιδιωτών γιατρών και ιδιωτικών Ιδρυμάτων εξελίσσονται και παίρνουνε την σημερινή τους μορφή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αλλού γρήγορα και αλλού αργότερα, αλλού κλαδικά και αλλού γενικά η κοινωνική ασφάλιση επεκτείνεται με την χρηματοδότηση από το πλεόνασμα της βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης και λειτούργησε και σαν μηχανισμός ανακατανομής των ευεργετημάτων αυτής της ανάπτυξης μέσα από τον κοινωνικό μισθό.
    Η έκταση και το είδος των κοινωνικών παροχών ποικίλουνε από χώρα σε χώρα και περιλαμβάνουνε την ιατρική περίθαλψη, την φροντίδα για την πρόληψη της αρρώστιας, επιδόματα ασθενείας κ.λπ.
    Το σύνολο αυτών των κοινωνικών παροχών έγινε γνωστό μεταπολεμικά με τον όρο «κράτος πρόνοιας».
    Η ανάπτυξη δε αυτού του Κράτους Πρόνοιας ήτανε διαφορετική σε κάθε κράτος. Σε μερικά η καθολική και ενιαία ασφάλιση της Υγείας επέτρεψε την ανάπτυξη ενός συστήματος δίκαιου, αποτελεσματικού και κοινωνικά ελεγχόμενου. Σε άλλα όμως, παρά την σοβαρή βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών, ο κλαδικός και αποσπασματικός χαρακτήρας της ασφάλισης άφησε περιθώρια για την ανάπτυξη μεγάλων ανισοτήτων και σπατάλης.
    Η εποχή όμως της μεταπολεμικής αυτής αισιοδοξίας έληξε με την χρηματοδοτική – οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 70. Στα χρόνια που ακολουθήσανε το κράτος πρόνοιας στάθηκε αδύναμο να ικανοποιήσει τις ανάγκες για περίθαλψη και κοινωνική φροντίδα γιατί η κρίση εξαφάνισε το πλεόνασμα που χρηματοδοτούσε τις κοινωνικές υπηρεσίες. Και ενώ από την μια μεριά το κόστος κοινωνικών υπηρεσιών ανέβαινε και η ζήτηση των υπηρεσιών αυτών μεγάλωνε, οι πόροι για την παροχή των ηυξημένων αυτών υπηρεσιών λιγοστεύανε, με επακόλουθα την ανισότητα, την ανεργία και την κρίση γενικότερα.
    Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα προβληματική σχετικά με την ανάγκη αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού της κοινωνικής ασφάλισης και την αναζήτηση νέων τρόπων ορθολογικής κατανομής των παροχών στον τομέα της Υγείας. Συγχρόνως όμως έδωσε και το πρόσχημα στο κεφάλαιο να τεθεί σε αμφισβήτηση η σκοπιμότητα της υποχρεωτικής καθολικής ασφάλισης, και στόχος της νέας (φιλελεύθερης) δεξιάς το κράτος πρόνοιας.
  3. Ας δούμε τώρα τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα και ποια ήτανε η εξέλιξη των υπηρεσιών Υγείας στον τόπο μας. Η δημόσια υγεία αρχίζει να αναπτύσσεται στη χώρα μας στα μέσα του περασμένου αιώνα με αποσπασματικά μέτρα κοινωνικής προστασίας. Ταυτόχρονα συγκροτούνται τα πρώτα ταμεία αλληλοβοηθείας που στηρίζονται στην αλληλεγγύη των εργαζομένων κατά κλάδους και αργότερα οι πρώτοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Τα πρώτα Νοσοκομεία ξεκινήσανε με πρωτοβουλία των Δήμων, φιλανθρωπικών οργανώσεων ή ευεργετών. Σημειώνουμε την ίδρυση του Υπουργείου περίθαλψης το 1917 και του Υπουργείου Υγιεινής και Κοινωνικής Πρόνοιας το 1922 σαν τις πρώτες ουσιαστικές προσπάθειες συντονισμού και ενοποίησης της κοινωνικής πολιτικής. Το 1934 μετά την κινητοποίηση των εργαζομένων για την μη εφαρμογή του Νόμου για τις κοινωνικές ασφαλίσεις που είχε ψηφίσει αλλά δεν είχε προλάβει να εφαρμόσει η Κυβέρνηση Βενιζέλου, το Λαϊκό Κόμμα ψηφίζει το Νόμο για την ίδρυση του Ι.Κ.Α., που αρχίζει να λειτουργεί μέσα στην Μεταξική περίοδο το 1937.
    Το ίδρυμα αυτό της κοινωνικής ασφάλισης για πολλούς λόγους δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των εργαζομένων. Κι’ αυτό γιατί τόσο οι συνθήκες που ξεκίνησε όσο και η πολιτική των μετέπειτα κυβερνήσεων προδιαγράψανε την παραπέρα πορεία του. Περιορίστηκε μόνο στην εκτόνωση των λαϊκών διεκδικήσεων για καλύτερη περίθαλψη και λειτούργησε σαν μηχανισμός κάλυψης των κενών που άφηνε η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και σαν μηχανισμός τροφοδότησης με πελατεία του ιδιωτικού τομέα. Εξίσου σημαντικό βήμα αποτελεί ο Α.Ν. 965/37 «Περί οργάνωσης των Δημοσίων Νοσηλευτηρίων και Υγειονομικών ιδρυμάτων που αναμορφώθηκε το 1941 με τον Α.Ν. 2769, γιατί ξεκίνησε επιτέλους η ίδρυση έστω και προσωρινών Κρατικών Νοσοκομείων για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών, πολλά από τα οποία καλύψανε τον πληθυσμό μας και μετά τον πόλεμο.
    Το Υγειονομικό μας σύστημα παίρνει την τελική του μορφή που διατηρείται μέχρι σήμερα – με την ψήφιση του Ν.Δ. 2592/1953 «περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως». Με τον νόμο αυτό που υπήρξε για την εποχή του τολμηρή προσπάθεια και αναμφισβήτητη πρόοδος επιχειρήθηκε ο εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών Υγείας σε μια αποκεντρωμένη βάση. Δυστυχώς όμως ο Νόμος αυτός ποτέ δεν εφαρμόστηκε ολοκληρωμένα. Γιατί το ίδιο εκείνο Κράτος που τον έφτιαξε, πιεζόμενο από τα συμφέροντα διακεκριμένων ομάδων και τις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις του κατήργησε, τροποποίησε ή αδρανοποίησε βασικές διατάξεις του Νόμου με αποτέλεσμα να μην εφαρμοστούνε ποτέ μέχρι σήμερα τα όσα έλεγε για τις περιφέρειες, για την αποκέντρωση, για τα συμβούλια και την οργάνωση των Νοσοκομείων σε τρεις κατηγορίες καθώς και την υπαγωγή όλων των Νοσοκομείων στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας. Στην πράξη εφαρμοστήκανε μόνο οι διατάξεις για την λειτουργία των Κρατικών Νοσοκομείων και για την χωροθέτηση των Υγειονομικών Σταθμών και Αγροτικών Ιατρείων.
    Στην συνέχεια η κοινωνική ασφάλιση επεκτείνεται και σ’ άλλες ομάδες εργαζομένων, ικανοποιώντας κλαδικές διεκδικήσεις. Το τελευταίο μεγάλο βήμα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης ήτανε η ίδρυση του ΟΓΑ το 1961, που θέσπισε και την χρηματοδότηση της περίθαλψης των αγροτών από κοινωνικούς πόρους. Η περίθαλψη όμως αυτή του αγροτικού μας πληθυσμού ιδιαίτερα στο εξωνοσοκομειακό σκέλος παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας προβληματική, τόσο από πλευράς ιατρικών φροντίδων όσο και φαρμακευτικής κάλυψης. Σήμερα φαίνεται από ανεπίσημες όμως ενδείξεις ότι υπάρχει ακόμη ένα ποσοστό του Ελληνικού λαού 10-15% που είναι ανασφάλιστο.
  4. Η κοινωνική πολιτική της Υγείας στη χώρα μας μεταπολεμικά χαρακτηρίζεται από μια ανακολουθία της προσπάθειας του Κράτους να παρέμβει Νομοθετικά στην οργάνωση των Υπηρεσιών Υγείας, με αποτέλεσμα να μην αλλάξει τίποτα σ’ αυτόν τον τόπο, τα τελευταία 30 χρόνια.
    Η αιτία αυτής της στασιμότητας και αποτελμάτωσης είναι το θεσμικό πλαίσιο που επικρατούσε και καθόριζε τους όρους ανάπτυξης και λειτουργίας του συστήματος. Ένα θεσμικό πλαίσιο που ευνόησε την εμπορευματοποίηση της Υγείας, και την ιδιωτικοποίηση της περίθαλψης μέσα στις δομές του Αστικού Κράτους.
    Η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας δεν περιοριζότανε μόνο στα Ιδιωτικά Ιατρεία και τις ιδιωτικές κλινικές. Επεκτείνεται και στις υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού και Ταμείου Υγείας καθώς και στα εξωτερικά ιατρεία (ακόμη και τους θαλάμους) των Κρατικών και κάθε μορφής Νοσοκομείων. Κι αυτό γιατί η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν έδωσε μόνο το προβάδισμα στην ανάπτυξή τους (το 42% των κρεβατιών ανήκουνε σε ιδιωτικές Κλινικές), περιορίζοντας τον Δημόσιο τομέα, αλλά, το χειρότερο, επέβαλε την ιδεολογικοπολιτική της άποψη ότι η υγεία δεν είναι κοινωνικό αγαθό, αλλά είναι εμπορεύσιμο και ιδιωτικοποιημένο, σ’ όλο το φάσμα των υπηρεσιών Υγείας. Η αντίληψη αυτή, μαζί με την δυνατότητα που παρείχε το σύστημα στους Γιατρούς, ν’ ασκούνε ιδιωτικά την Ιατρική, παράλληλα με την κατοχή θέσης στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τα Νοσοκομεία, σε συνδυασμό με τις εξευτελιστικές αμοιβές και τις αντιεπιστημονικές συνθήκες δουλειάς στο Δημόσιο τομέα, οδήγησε αναπόφευκτα σε φαλκίδευση των όποιων παροχών και σε καταστρατηγήσεις και έσπρωξε τον κόσμο προς την ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι φτάσαμε στο σημείο τα πολυϊατρεία του ΙΚΑ και τα εξωτερικά ιατρεία των Νοσοκομείων να αποτελούνε χώρους διαμετακομιστικούς των πελατών προς τα Ιδιωτικά Ιατρεία των ίδιων των Γιατρών που υπηρετούνε σ’ αυτά και τις Ιδιωτικές Κλινικές και τα Νοσοκομεία μας να λειτουργούνε σαν ιδιωτικές κλινικές για την εξυπηρέτηση της ιδιωτικής πελατείας.
    Η ιδιωτική πρωτοβουλία έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην διαμόρφωση της Κρατικής αντίληψης σχετικά με την έκταση και την ποιότητα των κοινωνικών παροχών στο σύνολο του ελληνικού λαού. Η οποιαδήποτε προσπάθεια κάθε κοινωνικής ομάδας να πετύχει ένα καλύτερο επίπεδο περίθαλψης εξαρτιόταν από την προοπτική εξασφάλισης μεγαλύτερου εισοδήματος στον ιδιωτικό τομέα. Έτσι η έντονη δραματοποίηση της ελληνικής κοινωνίας οδήγησε στην ύπαρξη των λεγομένων ευγενών ταμείων που με τις επιδεικτικές παροχές αντικατοπτρίζουνε τις έντονες ταξικές διαφοροποιήσεις και διακρίσεις. Ταξικές διακρίσεις που φτάσανε ακόμη επάνω στο χειρουργικό τραπέζι.
    Η περίπτωση των ιδιωτικών κλινικών θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα γιατί είναι αποκαλυπτική των θεσμικών επιλογών αλλά και της αλληλεπίδρασης με τους άλλους τομείς της οικονομίας. Οι πιο πολλές φτιαχτήκανε με δανειοδότηση από το Κράτος και όλες σχεδόν λειτουργήσανε με ασφαλισμένους των διαφόρων ταμείων Υγείας και ασφαλιστικού οργανισμού. Η ιδιωτική δηλαδή πρωτοβουλία χρησιμοποίησε εδώ το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης και σαν μηχανισμό χρηματοδότησης και σαν πηγή τροφοδότησης και ενίσχυσής της. Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία και γενικότερα η εμπορευματοποίηση της Υγείας παίξανε τον ρόλο τους και στις συνέπειες που είχε η ανάπτυξη της οικονομίας στη χώρα μας, πάνω στην Υγεία. Η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη στηρίχτηκε στο ξένο κεφάλαιο, επιβεβαιώνοντας την εξάρτηση της χώρας μας απ’ αυτό και την θέση μας στον περιφερειακό καπιταλισμό. Μετά την κρίση του ’70 οι βιομηχανίες προσπαθώντας να διατηρήσουνε την ανταγωνιστικότητά τους, συμπιέζουνε το κόστος παραγωγής. Έτσι αδιαφορούνε και για την εξασφάλιση υγιεινών συνθηκών εργασίας και για την προστασία του περιβάλλοντος από την βιομηχανική ρύπανση.
  5. Ύστερα απ’ όσα ανέφερε η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον τομέα της Υγείας στην χώρα μας, χαρακτηρίζεται από:

α) Πολυδιάσπαση των Υπηρεσιών Υγείας. 380 περίπου ασφαλιστικοί Οργανισμοί και Ταμεία, από τα οποία περίπου 100 έχουνε κλάδους Υγείας, λειτουργούνε με διαφορετικό Νομικό πλαίσιο και παρέχουνε διαφορετική ιατρική, Νοσοκομειακή και Φαρμακευτική περίθαλψη το καθένα, με αποτέλεσμα την έλλειψη συντονισμού, τον κατακερματισμό των ευθυνών και τις μεγάλες διακρίσεις σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικά και οικονομικά ομάδων.
β) Υπέρμετρο συγκεντρωτισμό. Υπάρχει μια μεγάλη απόσταση μεταξύ του κέντρου που αποφασίζει και του αποδέκτη που δέχεται τις παροχές, με αποτέλεσμα την δυσκαμψία του συστήματος, την περιφρόνηση των τοπικών προβλημάτων και την έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου στις αποφάσεις.
γ) Άνισες γεωγραφική και κοινωνική κατανομή των Υπηρεσιών Υγείας, μια ανισοκατανομή που αποτελεί την κυριότερη λειτουργική αδυναμία του συστήματος και που συνδέεται με το γενικότερο πρότυπο της οικονομικής μας ανάπτυξης, που ευνόησε το κέντρο σε βάρος της περιφέρειας και τους ισχυρούς σε βάρος των αδυνάτων. Το 63% των Νοσ/κών κρεβατιών και το 67% του Νοσηλευτικού Προσωπικού βρίσκονται στην Αθήνα και στην Θεσ/νίκη. και από το σύνολο των Γιατρών μόνο το 40% βρίσκεται εκτός λεκανοπεδίου Αττικής.
δ) Ανεπάρκεια ιατρικού εξοπλισμού και χώρου για εξωτερικά Ιατρεία στα Νοσ/μεία και έλλειψη εκπαιδευομένου νοσηλευτικού και τεχνικού προσωπικού.
    Οι λόγοι που προανέφερα σε συνδυασμό με την ανισοκατανομή των υπηρεσιών Υγείας μας οδηγήσανε στην υπολειτουργία των επαρχιακών Νοσ/μείων και τα ράντζα της Αθήνας, μ’ όλες τις συνέπειες και στον άρρωστο και στην κοινωνία και στην οικονομία.
ε) Παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την προαγωγή και συνέχιση της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης των γιατρών. Ότι έμαθε ο καθένας μας μέχρι το πτυχίο ή και την ειδικότητα, έμαθε! Από εκεί και πέρα μόνο περιπτωσιακή είναι η ενημέρωση. Εδώ την ευθύνη δεν την έχει μόνον η πολιτεία αλλά και οι γιατροί που δεχτήκανε μια κατάσταση που κάθε άλλο παρά εξυπηρετούσε την αποστολή τους και το λειτούργημα και εγκλωβιστήκανε σ’ ένα σύστημα δουλειάς που τους έφθειρε επιστημονικά, βιολογικά και ηθικά.
στ) Αδυναμία παρέμβασης του συστήματος στις πραγματικές πηγές της θνησιμότητας και της νοσηρότητας. Και η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη Ιατρική παραβλέπει τις κοινωνικές αιτίες της νόσου και του θανάτου. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η αδυναμία του συστήματος να θέσει σε έλεγχο τις σημερινές κύριες αιτίες θανάτου και αρρώστιας, παρά την αύξηση των δαπανών για την υγεία, την εισαγωγή νέων θεραπευτικών μεθόδων και την πρόοδο της τεχνολογίας.
ε) Προσανατολισμός του Υγειονομικού συστήματος προς μία Ιατρική «αιχμής» που στηρίζεται στην υψηλή διαίρεση της εργασίας, διάγνωση – θεραπεία και την πολυδάπανη τεχνολογία, με επίκεντρο το Νοσ/μείο. Σημειώνουμε εδώ την έλλειψη ή την ανεπάρκεια υγειονομικών υπηρεσιών προσανατολισμένων σε μια ήπια ιατρική, που στηρίζεται στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια περίθαλψη, παρεμβαίνει, στην κοινωνική ζωή και είναι περισσότερο αποτελεσματική τόσο από υγειονομική όσο και από οικονομική και κοινωνική άποψη.
η) Αύξηση και μάλιστα μεγάλη των δαπανών για την υγεία, χωρίς παράλληλη άνοδο της αποδοτικότητας των υπηρεσιών περίθαλψης και χωρίς βελτίωσης στους δείκτες υγείας.
θ) Απουσία κοινωνικού ελέγχου στο Υγειονομικό σύστημα και το ιατρικό σώμα στα χέρια του οποίου βρίσκεται τόσο η παραγωγή όσο και η διανομή των υγειονομικών υπηρεσιών. Ιδιαίτερα επισημαίνει την αδυναμία ελέγχου της ιδιωτικής δαπάνης για την υγεία (που καλύπτει το 40% περίπου της συνολικής δαπάνης) και της διάθεσης των πόρων που συνεπάγεται η κατά πράξη αμοιβή και
ι) Εμπορευματοποίηση της Υγείας και θεσμική κυριαρχία της ιδιωτικής Πρωτοβουλίας, που αποτελέσανε τα κυρίαρχα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του συστήματος υγείας στη χώρα μας.

  1. Τα θεσμικά προβλήματα και οι θεσμικές αδυναμίες του συστήματος των υπηρεσιών υγείας που προανέφερα μας οδηγήσανε αναπόφευκτα:
  • Σε πτώση της ποιότητας των παρεχομένων ιατρικών φροντίδων.
  • Σε ανεπάρκεια της Νοσοκομειακής περίθαλψης.
  • Σε καχεξία και ανυποληψία της κοινωνικής ασφάλισης.
  • Σε κλονισμό των αρχών της ηθικής και της δεοντολογίας και της αξιοπρέπειας του ιατρικού λειτουργήματος.
  • Σε μεγάλες διακρίσεις και ανισότητες μπροστά στην αρρώστεια και τον θάνατο. Και
  • Σε υγειονομικό αδιέξοδο.

Το αδιέξοδο αυτό το αισθάνθηκε έντονα ο λαός μας γιατί αυτός ήτανε το θύμα. Κι από την αναζήτηση του «ποιος φταίει» οδηγήθηκε στην αμφισβήτηση του συστήματος περίθαλψης και στην απόρριψη κάθε αξίας στο χώρο της Υγείας, του γιατρού, του Νοσ/μείου, της αδελφής, του φαρμάκου και γενικά ολόκληρου του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος. Έτσι φτάσαμε στην μαζική μετανάστευση των αρρώστων μας προς το εξωτερικό, μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη, με τρομερές οικονομικές, κοινωνικές και υγειονομικές συνέπειες.
Εδώ θα πρέπει να σταθώ και να εξάρω τους αγώνες των νέων μας γιατρών που από χρόνια τώρα παλεύουνε για μια ριζική αλλαγή του συστήματος περίθαλψης στην χώρα μας. Ο αγώνας τους σήμερα δικαιώνεται.

  1. Κύριοι Συνάδελφοι,
    Αυτή είναι η κατάσταση που παρέλαβε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στον τομέα της υγείας και που καλείται να αναμορφώσει σύμφωνα με τις επαγγελίες του και με το Κυβερνητικό του πρόγραμμα.
    Βασική προοπτική του Ν/Σ είναι η δημιουργία ενός αποκεντρωμένου και κοινωνικά ελεγχόμενου Ε.Σ.Υ. που θα αποτελέσει τον καταλύτη για την ριζική και δομική αλλαγή στο χώρο της Υγείας.
    Δεν θα ασχοληθώ ούτε με τους κατευθυντήριους άξονες του ΕΣΥ ούτε με το πρόγραμμα ανάπτυξης των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Αυτά θα τα εκθέσουνε οι συνάδελφοί μου Φιλιππόπουλος και Παπαστρατής.
    Εγώ θα σας εκθέσω με συντομία τους βασικούς στόχους και τις επιδιώξεις της κυβερνητικής πολιτικής της υγείας που θα υλοποιηθούνε με τις θεσμικές και λειτουργικές αλλαγές που προτείνονται με το συζητούμενο Ν/Σ.|
    α) Να δώσει δωρεάν υγεία στον Ελληνικό λαό
    Όλα τα φώτα της ιατρικής επιστήμης και όλα τα μέσα θεραπείας επιβάλλεται να βρίσκονται δωρεάν στην διάθεση του κάθε αρρώστου. Κι όλα να είναι προσιτά στον φτωχό και στον πλούσιο, στον εργάτη και τον επιστήμονα, στον αγρότη και τον κάτοικο της πόλης, ανάλογα με τις ιατρικές ανάγκες και όχι με άλλα κριτήρια. Φιλοδοξούμε να φτιάξουμε ένα εθνικό σύστημα υγείας τέτοιο που θα βρίσκει ο άρρωστος την ιατρική φροντίδα που χρειάζεται χωρίς την αγωνία που θα βρει γιατρό, νοσοκομείο ή τα λεφτά για να πληρώσει. Μια δωρεάν υγειονομική περίθαλψη, έλεγε ο Μπεβαν, είναι καθαρός σοσιαλισμός και σαν τέτοια έρχεται σε αντίθεση με τον ηδονισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας.
    β) Να ανεβάσει το επίπεδο των παρεχομένων ιατρικών υπηρεσιών, περίθαλψης και κοινωνικών φροντίδων στο λαό μας, και να ικανοποιήσει γενικότερα τις ανάγκες του κάθε πολίτη στον τομέα της υγείας.
    Κι αυτό θα γίνει:
    -    Με την αύξηση και την σωστή χωροταξική κατανομή των Νοσοκομειακών κρεβατιών.
    -    Με την αποκέντρωση του ιατρικού δυναμικού.
    -    Με την αύξηση και την αποκέντρωση του ειδικευμένου νοσηλευτικού προσωπικού.
    -    Με την ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
    -    Με τον θεσμό του γιατρού της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
    -    Με τον θεσμό του οικογενειακού γιατρού.
    -    Με την αποκέντρωση των υπηρεσιών υγείας.
    -    Με την στελέχωση των Κ.Υ. με ειδικούς γιατρούς και λοιπό νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό.
    -    Με την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας περίθαλψης στις έδρες των 6 Πανεπιστημιακών περιφερειών.
    -    Με την δημιουργία ειδικών μονάδων και κέντρων καθώς και δικτύου υπηρεσιών για την αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών.
    -    Με την προγραμματισμένη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση του γιατρού καθώς και την διαρκή ενημέρωση όλων των επαγγελμάτων υγείας.-    
    γ) Να δώσουμε την ίδια περίθαλψη σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό λαό
    Κι αυτό θα το πετύχουμε με την αποκέντρωση των υπηρεσιών Υγείας και τον Ενιαίο Φορέα Υγείας, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να υπάρξει και δεν μπορεί να λειτουργήσει Εθνικό Σύστημα Υγείας.
    Φημολογείται, χωρίς τίποτα το συγκεκριμένο, ότι ορισμένα ταμεία δεν θέλουνε να ενταχτούνε στον ενιαίο φορέα υγείας. Κι αυτό γιατί πιστεύουνε ότι έχουνε την καλύτερη περίθαλψη επειδή δαπανάνε και τα περισσότερα χρήματα. Θα μας δοθεί η ευκαιρία παραπέρα να αποδείξουμε που πάνε τα λεφτά τους και ότι πολλές δαπάνες για την υγεία δεν σημαίνει και καλή περίθαλψη.
    Εμείς δεν θα αναγκάσουμε κανένα ταμείο να ενταχθεί στον Φορέα.
    Είμαστε όμως βέβαιοι ότι όλα τα ταμεία ακόμη και τα ευγενή θα μπούνε στο εθνικό μας σύστημα γιατί είναι σίγουρο πως θα δώσουμε καλύτερη υγεία από κάθε ταμείο.
    Αλλά το δηλώνουμε προς κάθε κατεύθυνση ότι κανένας δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία του λαού μας.
    Κι αν δεν θέλουνε να ενταχτούνε στον ενιαίο φορέα υγείας ορισμένα ταμεία, εμείς θα προχωρήσουμε με το 90% του ελληνικού λαού.
    δ) Να δώσει προτεραιότητα και έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα και μέριμνα, σύμφωνα με την διακήρυξη της Άλμα–Άτα του 78 και την Ιπποκράτειο αρχή που συμβούλευε : «κάλλιον το προλαμβάνειν ή θεραπεύειν».
    Καλλίτερα λοιπόν να εντείνουμε τις προσπάθειες να προλάβουμε την αρώστεια παρά να αγωνιζόμαστε να την θεραπεύσουμε.
    Η στροφή αυτή των υπηρεσιών Υγείας προς την πρόληψη είναι αποτελεσματικότερη επιστημονικά και συμφέρει οικονομικά και κοινωνικά.
    ε) Να δώσουμε δικαίωμα στον άρρωστο να διαλέγει ελεύθερα το γιατρό του και το Νοσηλευτήριο που προτιμά.
    Η ελεύθερη επιλογή γιατρού έχει καταργηθεί σήμερα στα οκτώμισι εκατομμύρια των Ελλήνων και διατηρείται μόνο στο υπόλοιπο ένα εκατομμύριο, που κι αυτό διαλέγει τον γιατρό του ανάμεσα στους συμβεβλημένους με το ταμείο του καθένα.
    Ποια λοιπόν ελεύθερη εκλογή γιατρού λένε ότι θα καταργήσουμε;
    Φοβούνται μήπως θίξουμε τα λίγα ευγενή λεγόμενα ταμεία.
    Εμείς όχι μόνον δεν θα καταργήσουμε το αναφαίρετο αυτό δικαίωμα στον άρρωστο αλλά δηλώνουμε ότι θα το δώσουμε σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό λαό.
    στ) Να καταξιώσουμε τον Γιατρό σαν λειτουργό μέσα στο σύστημα και την κοινωνία.
    Με την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση μέσα στο σύστημα, ο Γιατρός:
    -    Θα πάψει να νοιώθει ανασφάλεια.
    -    Θα κατοχυρώσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία με την μονιμότητα.
    -    Θα εξασφαλίσει διαρκή εκπαίδευση και ενημέρωση.
    -    Θα διασφαλίσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την βαθμολογική, μισθολογική και επιστημονική του εξέλιξη.
    -    Θα απαλλαγεί από κάθε κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα με το ειδικό μισθολόγιο που του προσφέρεται.
    -    Θα διαφυλάξει το κύρος και την αξιοπρέπειά του.
    -    Και τέλος, θα συμμετέχει ενεργά και ουσιαστικά σε κάθε διαδικασία και σ’ όλα τα όργανα των υπηρεσιών Υγείας.      
    Είναι σίγουρο πως με την καθιέρωση αυτού του θεσμού:
    -    Θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του αρρώστου προς τον Γιατρό.
    -    Θα βρούνε τον ανθρώπινο χαρακτήρα οι μεταξύ τους σχέσεις.
    -    Θα ανεβεί το επίπεδο περίθαλψης του λαού μας και
    -    Ο Γιατρός θα βρει την θέση που του αξίζει και δικαιούται, τόσο σαν κύριος μοχλός του συστήματος, όσο και σαν λειτουργός με υψηλή αποστολή, «ίνα χρήσιμον εαυτόν τον καταστήσει προς άπαντας τους δεομένους της αυτού αρωγής».    

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Ξεκινάμε την πορεία μας για ριζική και επαναστατική αλλαγή στο χώρο της Υγείας με το κτίσιμο του εθνικού μας συστήματος και ξεκινάμε μέσα σε ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες, εξ αιτίας της διεθνούς και της εγχώριας οικονομικής κρίσης. Μιας κρίσης που επιδεινώνει το αδιέξοδο στο χώρο της υγείας, δυσχεραίνει την εφαρμογή του προγράμματος και επιβάλει αναγκαστικά, βήματα προσεγμένα, μελετημένα καλά και σίγουρα για την επιτυχία τους.

Θεωρούμε λοιπόν πως το Νομοσχέδιο αυτό συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να προσφέρει υψηλού επιπέδου περίθαλψη και να καλύψει όλες τις ανάγκες του λαού μας στον τομέα της υγείας.

Και πιστεύουμε πως θα πετύχουμε τους στόχους που βάζουμε γιατί το Νομοσχέδιο είναι καρπός πολύχρονης και βαθειάς μελέτης τόσο της διεθνούς γνώσης και εμπειρίας, όσο και της ελληνικής πραγματικότητας.

Γιατί προχωρεί σε ριζικά και θαρραλέα μέτρα και δεν ωραιοποιεί ούτε προσφέρει οριακές βελτιώσεις στο υπάρχον σύστημα. Γιατί έχει σαν γνώμονα το ευρύτερο κοινωνικό και λαϊκό συμφέρον και όχι τα συμφέροντα μιας τάξης ή κάποιας ολιγαρχίας.

Και είναι βέβαιο πως θα πετύχει γιατί έχει την επιδοκιμασία της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Του λαού που αγάπησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας πριν ακόμα το γνωρίσει.

 

Γρηγόρης Σολωμός, Πρακτικά Βουλής, Εισηγητής της πλειοψηφίας στο Νομοσχέδιο "ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ", 23.8.1983            
 
               
          
    

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ   -   ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ