ΑΡΘΡΑ

Ο Γρηγόρης Σολωμός ασχολήθηκε με τα πεδία της ιατρικής, της φυσικής, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, ευρισκόμενος σε διαρκή πνευματική κίνηση για την αναζήτηση της δημιουργικής γνώσης, της επιστημονικής τεκμηρίωσης και της παραγωγικής σύνθεσης.

Δημοσιεύτηκε: Ιουν 01 Κατηγορία: Υγεία

Δεν φταίει μόνο ο νόμος για τα ναρκωτικά

Είναι γεγονός ότι ο Ν. 1729/87, παρά τον κοινωνικό του προσανατολισμό, στάθηκε ανίκανος να αναχαιτίσει τη μάστιγα των ναρκωτικών. Γιαυτό και ο υποφαινόμενος, ως Υφυπουργός Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε το θάρρος, πρώτος το 1988 και ένα χρόνο μετά την εφαρμογή του Νόμου, να δηλώσει στην Βουλή ότι ο Νόμος πρέπει να αλλάξει.

Οι λόγοι είναι πολλοί, που απέτυχε. Και σαν κυριότερο θεωρώ την έλλειψη τόλμης για μια θαρραλέα και ριζοσπαστική πολιτική, που θα προσέβλεπε στην αιτιολογική προσέγγιση του προβλήματος. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι ούτε κατά την επικείμενη αναθεώρησή του θα υπάρξει το πολιτικό θάρρος, που θα οδηγήσει στην ανάταξη του αδιεξόδου.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν συμμερίζομαι τους λόγους που επικαλείται ο φίλος και έγκριτος δικηγόρος κ. Π. Μαρινάκης, για να αποδείξει την αποτυχία του επίμαχου Νόμου. Γιατί:

  1. Τόσο τα Συμβούλια, Κεντρικό και γνωμοδοτικό, όσο και το κέντρο θεραπείας εξαρτημένων ατόμων λειτουργούν αρκετά ικανοποιητικά και έχουν αποδώσει έργο σημαντικό. Ιδιαίτερα οι μονάδες αποτοξίνωσης και επανένταξης (ΙΘΑΚΗ), θεωρούνται υποδείγματα για ολόκληρη την Ευρώπη.
  2. Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ν. 1729/87 «μεταχειρίζεται εξ ίσου τον ψυχρό κερδοσκόπο έμπορο από τον άτυχο τοξικομανή φουκαρά, που δίνει έστω και με αμοιβή μια ελάχιστη ποσότητα σε άλλον τοξικομανή». Μια προσεκτικότερη ανάγνωση του Νόμου δείχνει ότι εφ’ όσον ο έμπορος δεν είναι τοξικομανής, οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 ποινικές κυρώσεις εξικνούνται από 10 χρόνια φυλάκισης μέχρι ισόβια. Αντίθετα, ο τοξικομανής (ή ακόμη και ο χρήστης) που «κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε μικρή ποσότητα» παραμένει ατιμώρητος (εδαφ. α΄ παρ. 3 άρθρο 13).
  3. Δεν είναι αλήθεια ότι ο προηγούμενος Νόμος (του 1970) «ξεχώριζε την εμπορία μεταξύ τοξικομανών εις ασήμαντους ποσότητας» για να εφαρμόσει την επιείκειά του. Μόνο ο Ν. 1729/1987 εισάγει το κριτήριο της «μικρής ποσότητας» (άρθρο 12 παρ. 1).
    Αντίθετα δεν υπάρχει καμία τέτοια διάταξη στο Ν.Δ. 743/70. Και ακόμη: Με την Νομοθεσία του 1970 ο απλός χρήστης ετιμωρείτο με φυλάκιση μέχρι 2 ετών, έστω κι αν επρόκειτο για «αποκλειστική και ιδίαν αυτού χρήσιν», ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987 παραμένει ατιμώρητος.
    Επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για «αναβίωση της διάταξης» εφ’ όσον δεχόμεθα τον χρήστη σαν «άνθρωπο και άρρωστο».
  4. Δεν υπάρχει διαφορετική μεταχείριση του τοξικομανή του Ν. 1729/87 από εκείνην που προέβλεπε το Ν.Δ. 743/70.
  5. Μιλάει «για σωρεία δικαστικών αποφάσεων» που «διατάσσουν την εισαγωγή εξαρτημένου από ναρκωτικά ατόμου σε Νοσηλευτικά ιδρύματα» η οποία καθίσταται όμως στην πράξη αδύνατος, λόγω άρνησης των Νοσηλευτικών ιδρυμάτων να εφαρμόσουν θεραπείες χωρίς υποδομή ή των γιατρών, χωρίς την συγκατάθεση του τοξικομανούς ασθενούς.
    Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται το κρίσιμο σημείο της πρακτικής εφαρμογής του Νόμου. Γιατί:
    α) Υπήρξε «βιομηχανία» κατασκευής τοξικομανών ακόμη και στυγνών εμπόρων. Συγκεκριμένα ο Νόμος είναι λίαν επιεικής έναντι των τοξικομανών. Για να χαρακτηρισθεί όμως κάποιος τοξικομανής έπρεπε να γίνει πραγματογνωμοσύνη μόνο σε Νοσηλευτικά ιδρύματα (ειδικά κέντρα αποτοξίνωσης ή αρμόδιο τομέα Α.Ε.Ι. ή από Ιατροδικαστική υπηρεσία) και ύστερα από κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση 5-7 ημερών. Χωρία καμία πρόθεση να υπεισέλθω στο έργο της δικαιοσύνης την οποία και τιμώ και εκτιμώ, αλλά γιατί νιώθω υποχρεωμένος να υπερασπιστώ κάποιους γιατρούς, θέλω να ρωτήσω: Ποιες πραγματογνωμοσύνες διενεργήθηκαν με τους όρους που θέτουν: α) ο Νόμος 1729/87 (άρθρο 13), β) η 3η απόφαση της 49ης ολομέλειας του ΚΕΣΥ, γ) η υπ’ αριθ. Α2β/οικ.3982/87 απόφαση του Υπ. Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δ) η υπ’ αριθ. Α2β/οικ.959/11.2.88 εγκύκλιος της Δ/νσης Προστασίας και προαγωγής της Υγείας του Υπ. Υγείας και τέλος ε) η υπ’ αριθ. Α3β/οικ.5443/18.4.88 εγκύκλιος της Δ/νσεως Ιατρικής αντίληψης του ιδίου Υπουργείου; Από ό,τι ξέρω, για την Πάτρα τουλάχιστον σε καμία.
    Απλά εδίδετο εντολή σε κάποιους ψυχιάτρους να επισκεφθούν τους κρατουμένους σε κλειστές φυλακές και να διαγνώσουν την τυχόν υφισταμένη εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες χωρίς κλινική παρακολούθηση, χωρίς εργαστηριακό έλεγχο, χωρίς την υποστήριξη των διαφόρων τμημάτων που διαθέτει ένα Νοσοκομείο. Η διάγνωση εστηρίζετο μόνο στο ιστορικό του εξεταζομένου, που είχε κάθε συμφέρον να το διαμορφώσει κατά το δοκούν.
    Και σ’ αυτή την παράνομη διαδικασία δεν αντέδρασε κανείς μέχρι σήμερα, ύστερα από 5 χρόνια εφαρμογής του Νόμου. Αντίθετα κατηγορούνται οι διενεργήσαντες την πραγματογνωμοσύνη γιατροί που την εξετέλεσαν, (ύστερα από εντολή της δικαστικής αρχής), κυριολεκτικά «στο πόδι», για «πανάθλια τερτίπια» ψεύτικων πιστοποιητικών, «που παρέσυραν τα Δικαστήρια». 
    3) Δεν φρόντισε η πολιτεία πέντε χρόνια τώρα να δημιουργήσει μονάδες θεραπείας και απεξάρτησης.
    Σ’ αυτό όμως δεν φταίει μόνο εκείνη. Φταίει και ολόκληρη η κοινωνία, που αντιδρά άστοχα, αψυχολόγητα και λίαν επικίνδυνα στην αντιμετώπιση της μάστιγας. Κανένας φορέας, καμιά συνοικία και κανείς πολίτης δεν θέλει τέτοιες μονάδες στην γειτονιά του. Οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν κατεβλήθη  μέχρι σήμερα όλες εναυάγησαν. Όσο για τα Νοσηλευτικά μας Ιδρύματα θεωρώ ότι έχουν σημαντική ευθύνη τα ψυχιατρικά τμήματα, που αρνούνται να βοηθήσουν με δικαιολογίες, που μπορούσαν να ξεπεραστούν αν δεν υπήρχε και κάποια ιδεολογική διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση των ναρκωτικών. 
  6. Διαφωνεί ο κ. Μαρινάκης για τον μη διαχωρισμό από το Νόμο των «σκληρών» ναρκωτικών από τα «μαλακά».

Βέβαια ο μεγάλος ευεργετημένος από τις κείμενες διατάξεις είναι ο χρήστης ή μικροδιακινητής ηρωίνης, διότι σαν τοξικομανής δέχεται τα ευεργετήματα των θεραπευτικών διατάξεων. Και αυτό πολύ καλά συμβαίνει γιατί θα ήταν αποτρόπαιο και παράλογο το μεγάλο θύμα της υπόθεσης των Ναρκωτικών, ο ηρωινομανής, να αντιμετωπίζεται σαν εγκληματίας και όχι σαν ασθενής.

Αντίθετα ο συνήθως ευκαιριακός χρήστης χασίς είναι το μεγάλο θύμα των νομικών ρυθμίσεων, επειδή είχε την παράλογα τραγική ποινικά ατυχία, να μην είναι χρήστης εθιστικής ουσίας που προκαλεί σύνδρομα στέρησης και εθισμό, όπως η ηρωίνη και έτσι να αντιμετωπίζεται μεν σαν ασθενής, αλλά μιας μη εθιστικής ευφορικής ουσίας, που τουλάχιστον στην χρήση της δεν προκαλεί στερητικό σύνδρομο. Αποτέλεσμα: Η μη εφαρμογή γι αυτόν καμιάς θεραπευτικής διάταξης. Το θέμα όμως αυτό είναι τεράστιο, γιατί υπάρχει και αντίλογος με αξιόλογη επιχειρηματολογία.

Αλλά αυτά σε κάποιο άλλο σημείωμά μου.

Το μόνο που εύχομαι στην τροποποίηση, που μελετάται από τα κόμματα, να επικρατήσει η τόλμη, το θάρρος και η απαραίτητη πολιτική βούληση για μια περισσότερο αποτελεσματική προσέγγιση του προβλήματος. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν συγχωρείται η επιστροφή στην λογική και τις αντιλήψεις που απέπνεε το Ν.Δ. 743/70.

Γρηγόρης Σολωμός, Εφημερίδα "Πελοπόννησος", 26.6.2009

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ   -   ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ